- Ο νομικός παραστάτης είναι στην πράξη ο πληρεξούσιος δικηγόρος του μέρους (διαδίκου) της διαφοράς που υπάγεται σε διαμεσολάβηση εκ του νόμου, με δικαστική απόφαση ή κατόπιν συμφωνίας των μερών. Η ακριβής μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του συνήθως χρησιμοποιούμενου αγγλικού όρου «mediation advocacy» μπορεί να αποδοθεί ως η εκ του δικηγόρου υπεράσπιση του εντολέα του κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.
Η διαμεσολάβηση στηρίζεται στην ενεργό συμμετοχή των μερών, έκαστο των οποίων υποστηρίζει τα συμφέροντα και όχι τις θέσεις του, με στόχο την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής και εφαρμόσιμης στην πράξη λύσης για το ίδιο αλλά και για το αντίπαλο μέρος. Για τους λόγους αυτούς ο δικηγόρος καλείται να διαδραματίσει τον γνωστό ρόλο του υπερασπιστή των δικαιωμάτων του πελάτη του, όχι όμως υπό το πρίσμα της αντιδικίας αλλά σε συνεργατική βάση, που θα αμβλύνει την αντιπαλότητα και θα διευκολύνει την ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσα στα μέρη. Στα πλαίσια της φιλοσοφίας του θεσμού της διαμεσολάβησης δεν μιλάμε πλέον για πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε για διάδικο, αλλά για «νομικό παραστάτη» και «μέρος».
- Η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008, για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δεν αναφέρεται καθόλου στην έννοια του νομικού παραστάτη ούτε αναγνωρίζει την ανάγκη της θεσμοθέτησής της.
Σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, ο Ελληνικός Νόμος 3898/2010 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» (ΦΕΚ Α 211/16.12.2010), διασφαλίζει νομοθετικά την υποχρεωτική παρουσία του δικηγόρου στη διαμεσολάβηση και επιπλέον προβλέπει ότι ο καθορισμός της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου γίνεται κατόπιν συμφωνίας αυτού με τον εντολέα του. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 παρ. 1 θεσπίζει ότι «στη διαδικασία της διαμεσολάβησης τα μέρη ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπός τους, όταν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο», και στο άρθρο 12 παρ. 2, εδ. β΄, προβλέπει ότι «κάθε μέρος βαρύνεται με την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του».
Με τις διατάξεις αυτές ο νόμος 3898/2010 κατοχυρώνει τόσο την παρουσία όσο και την αμοιβή του δικηγόρου στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Ο σκοπός του νόμου είναι να διασφαλίσει τα εχέγγυα τήρησης της νομιμότητας σε μία ιδιωτική διαδικασία κατά την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν να λύσουν τη διαφορά τους χωρίς την παρουσία του φυσικού τους δικαστή. Για τους λόγους αυτούς ο νόμος δεν επαναλαμβάνει ως υποχρεωτική την παράσταση εκάστου μέρους μετά του νομικού του παραστάτη στις διατάξεις που προβλέπουν ενέργειες και συμφωνίες που συνάπτουν τα «μέρη», αφού θεωρεί δεδομένο ότι τα μέρη παρίστανται, ενεργούν και συμφωνούν ή διαφωνούν μεταξύ τους παρουσία των νομικών παραστατών τους.
- Ποιος είναι όμως ο ρόλος του νομικού παραστάτη στη διαμεσολάβηση;
Ο ρόλος του νομικού παραστάτη προκύπτει από αποσπασματική αλλά συγκεκριμένη αναφορά του Ν. 3898/2010 σε διάφορες διατάξεις.
˃Στο άρθρο 3 παρ. 1 ορίζεται ότι «διαμεσολάβηση είναι δυνατή: α) αν τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης πριν ή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, β) αν κληθούν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου», η οποία προβλέπει ότι «το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση για να επιλύσουν τη διαφορά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν το δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο τριμήνου και όχι πέραν του εξαμήνου».
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση των μερών για εκούσια προσφυγή σε διαμεσολάβηση είτε κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας είτε κατόπιν προτροπής του δικαστηρίου, είναι στην πράξη μία συναπόφαση του μέρους και του πληρεξουσίου δικηγόρο του. Στο σημείο αυτό πρέπει να δεχτούμε ότι, ακόμη και στην περίπτωση που τα μέρη παρίστανται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, χωρίς πληρεξούσιους δικηγόρους, και κατόπιν παραίνεσης του δικαστηρίου αποφασίζουν να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε διαμεσολάβηση, σε αυτήν πρέπει να συνοδεύονται από πληρεξούσιους δικηγόρους.
˃Στο άρθρο 8 παρ. 2 προβλέπεται ότι «ο διαμεσολαβητής ορίζεται από τα μέρη ή από τρίτο πρόσωπο της επιλογής τους, στην παρ. 3, εδ. α΄ ότι «η διαδικασία της διαμεσολάβησης καθορίζεται από τον διαμεσολαβητή σε συνεννόηση με τα μέρη, τα οποία μπορούν να τερματίσουν τη διαδικασία διαμεσολάβησης οποτεδήποτε το επιθυμούν» και στην παρ. 3, εδ. γ΄ ότι «ο διαμεσολαβητής μπορεί να επικοινωνεί και να συναντάται στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης με καθένα από τα μέρη».
Στην πράξη η επιλογή του διαμεσολαβητή γίνεται από τους δικηγόρους σε συμφωνία με τα μέρη. Η γνωριμία με τον υποψήφιο διαμεσολαβητή καθορίζει τον βαθμό εμπιστοσύνης, επαγγελματισμού και υπευθυνότητας που κάθε δικηγόρος επιζητεί για τον πελάτη του. Για τον λόγο αυτόν δεν αρκεί μόνον η θετική γνώμη του μέρους για τον διαμεσολαβητή αλλά χρειάζεται η συμφωνία και του δικηγόρου για την τελική επιλογή του διαμεσολαβητή.
˃Στο άρθρο 9 παρ. 1 ορίζεται ότι «ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης που πρέπει να περιέχει: … τα ονόματα και τα επώνυμα εκείνων που έλαβαν μέρος στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, ….», και στην παρ. 2 ότι «μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης το πρακτικό υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους». Πριν από τα στάδιο των υπογραφών το πρακτικό της διαμεσολάβησης μελετούν και ελέγχουν οι δικηγόροι των μερών για να εξασφαλίσουν ότι περιλήφθηκαν σε αυτό όσα συμφωνήθηκαν από τους εντολείς τους.
˃Το άρθρο 10 αναφέρεται στο απόρρητο της διαμεσολάβησης, το οποίο τα μέρη (μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους) συμφωνούν ή όχι να τηρήσουν, υπογράφοντας σχετική έγγραφη δέσμευση. Μάλιστα, η παρ. 2 αναφέρει ρητά ότι «οι διαμεσολαβητές, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι αυτών και όσοι άλλοι συμμετέχουν στη διαδικασία διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες ούτε υποχρεούνται να προσκομίσουν σε επακολουθούσες δίκες ή διαιτησίες στοιχεία που προκύπτουν από διαδικασία διαμεσολάβησης, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις».
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νομικός παραστάτης σηματοδοτεί την εξέλιξη και την πορεία της διαμεσολάβησης από τα προκαταρτικά στάδια της διαδικασίας μέχρι και το τέλος αυτής με τη επίτευξη συμφωνίας και τη σύνταξη πρακτικού διαμεσολάβησης. Ο ρόλος του είναι δυναμικός και απαραίτητος για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του και συνάμα ανεξάρτητος από αυτόν του διαμεσολαβητή.
